ἔκφευξις

ἔκ-φευξις, εως, ,
A escape, Apollon.Lex. s.v. ἀλεωρή.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • έκφευξις — ἔκφευξις, η (Α) η ενέργεια τού εκφεύγω, διαφυγή, δραπέτευση …   Dictionary of Greek

  • ἔκφευξις — escape fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐκφεύξει — ἔκφευξις escape fem nom/voc/acc dual (attic epic) ἐκφεύξεϊ , ἔκφευξις escape fem dat sg (epic) ἔκφευξις escape fem dat sg (attic ionic) ἐκφεύγω fut ind mid 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐκφεύξεις — ἔκφευξις escape fem nom/voc pl (attic epic) ἔκφευξις escape fem nom/acc pl (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐκφεύξηι — ἔκφευξις escape fem dat sg (epic) ἐκφεύξῃ , ἐκφεύγω fut ind mid 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἔκφευξιν — ἔκφευξις escape fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐκφεύξεως — ἐκφεύξεω̆ς , ἔκφευξις escape fem gen sg (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐκφεύξῃ — ἐκφεύξηι , ἔκφευξις escape fem dat sg (epic) ἐκφεύγω fut ind mid 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.